Αν δεν……
Η Ματίνα ήταν ένα 9χρονο κοριτσάκι. Με τα αδέλφια της και τους γονείς της πήγαιναν κάθε σαββατοκύριακο στην εξοχή. Είχε 3 αδέλφια. Αυτή ήταν η τρίτη στη σειρά. Η Μάρθα ήταν η μεγαλύτερη, 15 χρονών, ο Γιώργος ήταν ο δεύτερος, 12 χρονών, μετά ήταν η Ματίνα και στο τέλος, ο μικρός Γιαννάκης που ήταν 5 χρονών. Όταν έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια, χωριζόταν σε δύο ομάδες, των αγοριών και των κοριτσιών. Το σπίτι δεν ήταν υπερβολικά μεγάλο αλλά ούτε και πολύ μικρό. Ήταν τέλειο! Υπήρχαν 4 δωμάτια. Ένα ήταν των γονιών τους, ένας ξενώνας και 2 παιδικά υπνοδωμάτια. Το ένα το μοιράζονταν η Μάρθα με την Ματίνα και το άλλο ο Γιώργος με τον Γιάννη. Το δωμάτιο των κοριτσιών ήταν ένα αλλά έμοιαζε με δύο. Η μια μεριά ήταν όλη ροζ, με ένα μεγάλο κρεβάτι που είχε πολλά μαξιλάρια. Ροζ κι αυτά. Έμοιαζε σαν πριγκιπικό. Από την άλλη μεριά, υπήρχε ένα κρεβάτι με μαξιλάρια αλλά όχι ροζ. Κυρίως μαύρα, κόκκινα και άσπρα. Δίπλα από κάθε κρεβάτι, υπήρχαν ράφια. Στην μια μεριά, τα ράφια ήταν γεμάτα με βιβλία για πριγκίπισσες, μονόκερους και μάγισσες ενώ η άλλη μεριά είχε βιβλία με ρομάνς, δράση, μυστήριο και κορνίζες. Τα γραφεία τους ήταν πάνω κάτω το ίδιο. Το ένα με πολύ ροζ και το άλλο με σκούρα χρώματα, πιο εφηβικό. Όπως μάντεψε ο αναγνώστης, η ροζ μεριά ήταν της Ματίνας και η άλλη της Μάρθας. Πριν από λίγο καιρό μετακόμισαν στην Αθήνα από τον Πολύγυρο. Η αλλαγή οφείλονταν στην προαγωγή του πατέρα τους. Ο κύριος Βασίλης ήταν δικηγόρος σε μια μεγάλη εταιρία και πήρε προαγωγή οπότε έπρεπε να πάει να δουλέψει στα κεντρικά γραφεία. Η μητέρα τους, κυρία Σοφία, δούλευε σαν διευθύντρια προσωπικού σε ένα ξενοδοχείο όμως έπρεπε να παραιτηθεί λόγω της μετακόμισης. Στις αρχές όλα κυλούσαν ομαλά. Το σχολείο πήγαινε καλά, δεν υπήρχαν εντάσεις στην οικογένεια και όλα τα παιδία έκαναν σύντομα παρέες. Εξακολουθούσαν να πηγαίνουν τις εκδρομές τους τα σαββατοκύριακα και να κάνουν διάφορες δραστηριότητες όλοι μαζί.
Ένα βράδυ τα παιδιά άκουσαν έντονες φωνές από την κρεβατοκάμαρα. Οι γονείς τους μάλωναν. Η μητέρα τους ακούγονταν πάρα πολύ νευριασμένη και ο πατέρας τους μάλλον ήταν πιωμένος. Η Ματίνα σκέπασε το κεφάλι της με το πάπλωμα για να μην ακούσει τις φωνές. Την επόμενη μέρα οι γονείς τους έκαναν σαν να μην συνέβη τίποτα. Όμως αυτό συνεχίζονταν. Σχεδόν κάθε βράδυ ο πατέρας τους γυρνούσε πιωμένος και η μητέρα τους του φώναζε διάφορα.
Μετά από λίγους μήνες, μια μέρα, μετά το μεσημεριανό, τους κάλεσαν όλους , εκτός από τον Γιαννάκη, στο σαλόνι. Ο Γιαννάκης είχε πάει σε έναν φίλο του να παίξουν. Ήταν πολύ σοβαροί οι γονείς.
– Παιδιά θέλουμε να σας πούμε κάτι. Νομίζουμε ότι είστε αρκετά μεγάλοι, και εσύ Ματίνα, για να καταλάβετε. Η μητέρα μιλούσε με πολύ σοβαρό ύφος.
– Τι να καταλάβουμε; Η Μάρθα ήταν εμφανώς αναστατωμένη και αγχωμένη.
– Θα φτάσουμε και σε αυτό. Της απάντησε ο πατέρας. Εδώ και λίγο καιρό Θα έχετε παρατηρήσει ότι υπάρχουν κάποιες μικρές εντάσεις. Συνέχισε ο πατέρας.
– Μικρές εντάσεις; Όλη η πολυκατοικία σας ακούει κάθε βράδυ. Ειρωνεύτηκε η Μάρθα.
– Σε παρακαλώ άσε τον πατέρα σου να μιλήσει Μάρθα! Την μάλωσε η μητέρα της.
– Όπως έλεγα, επειδή υπήρχαν κάποιες εντάσεις και για τον λόγω αυτό λοιπόν, αποφασίσαμε…. Ο πατέρας τους κοίταξε την μητέρα τους και αυτή του έγνεψε καταφατικά.
– Αποφασίσαμε λοιπόν να πάρουμε διαζύγιο. Είπε ο πατέρας τους μετά από μια βαθιά ανάσα.
– Το ήξερα! Ήμουν σίγουρη ότι θα γίνει κάτι κακό! Δεν μπορεί: μετακομίσαμε και όλα πήγαιναν τέλεια! Δεν ήταν λογικό! Η Ματίνα μόλις άκουσε τα νέα άρχισε να παραληρεί και να παραμιλάει καθώς έκανε βόλτες πάνω κάτω.
Η Ματίνα δεν πολυκατάλαβε τι είχε μόλις συμβεί. Στην αρχή χάρηκε διότι νόμιζε ότι θα πάρουν κατοικίδιο αλλά μετά την αντίδραση της αδελφής της, αναθεώρησε τις σκέψεις της. Ο Γιώργος δεν είπε τίποτα. Μόνο σηκώθηκε και κλείστηκε στο δωμάτιό του για το υπόλοιπο της μέρας παίζοντας βιντεοπαιχνίδια για να ξεχαστεί.
– Μαμά…. Ρώτησε η Ματίνα.
– Ναι αγάπη μου; Χαμογέλασε η μητέρα της.
– Τι σημαίνει διαζύγιο; Θα πάρουμε σκυλάκι; Απόρησε η Ματίνα.
– Όχι χρυσό μου, δεν θα πάρουμε σκυλάκι. Απλώς, σε λίγο καιρό θα χρειαστεί να μένουμε χωρίς τον μπαμπά. Εξήγησε με απαλή φωνή η μητέρα της.
– Γιατί; Πάει κάπου; Και πότε θα τον ξαναδούμε; Η Ματίνα άρχισε να βομβαρδίζει με ερωτήσεις της μητέρα της.
– Φεύγει γιατί είναι καλύτερο για μας. Για να μην έχουμε άλλες φωνές. Θα πάει να μείνει στο σπίτι που του έγραψε η γιαγιά Ματίνα. Δεν ξέρω κάθε πότε θα τον βλέπετε ακόμα. Θα δείξει στο μέλλον. Έχεις άλλες ερωτήσεις; Απάντησε πάντα με απαλό τόνο στη φωνή της η μητέρα.
– Μμμμ….. όχι. Καληνύχτα! Με ένα χαμόγελο και ένα γλυκό φιλί, η Ματίνα καληνύχτισε την μητέρα της και πήγε για ύπνο. Δεν της άρεσε η ιδέα του διαζυγίου καθόλου. Αν και ακόμα δεν καταλάβαινε πως θα έλυνε τον πρόβλημα των εντάσεων αν έφευγε ο πατέρας της.
Μετά από μερικούς μήνες έγινε το δικαστήριο και αποφάσισε τα παιδία να μείνουν με την μητέρα τους. Θα έβλεπαν τον πατέρα τους 3 φορές της εβδομάδα. Σαββατοκύριακα και μια καθημερινή μαζί με τις γιορτές. Από εκείνη τη μέρα η Μάρθα έβγαινε και γύριζε αργά το βράδυ. Δεν το συνήθιζε. Τον τελευταίο καιρό, η Ματίνα παρατήρησε ότι η Μάρθα με το που γύριζε σπίτι έπλενε τα δόντια της. Στην αρχή νόμιζε ότι είχε φάει πολλά γλυκά και ήθελε να έχει καθαρά δόντια, όμως ,μια μέρα, όταν γύρισε από την βραδινή της έξοδο μύριζε περίεργα. Όπως όταν επισκέπτονταν τον παππού τους στο καφενείο. Και από τότε παρατηρούσε να συμβαίνει συχνά αυτό.
Πέρασε 1 χρόνος από το συμβάν. Η Ματίνα θα έκλεινε τα 10 εκείνη τη μέρα. Μαζεύτηκαν όλοι μαζί σε ένα εστιατόριο που πήγαιναν συχνά. Ήρθε και ο πατέρας! Η Μάρθα είχε βγει βόλτα και θα τους συναντούσε στο μαγαζί. Άργησε βέβαια αλλά ήρθε. Αφού φάγανε και ήπιαν, η Μάρθα προσφέρθηκε να πάει να ζητήσει από τον σερβιτόρο να γεμίσει το μπουκάλι με νερό και να πάει στο μπάνιο επί της ευκαιρίας. Η Ματίνα κατάλαβε ότι η αδελφή της πήρε κάτι από της τσάντα της και το έβαλε στην τσέπη της. Μόλις έπιασε το μπουκάλι η Μάρθα, έβγαλε μια κραυγή πόνου, άφησε το μπουκάλι να πέσει και πριν προλάβει να πει ότι είναι καλά σωριάστηκε στο έδαφος.
Την πήγαν αμέσως στο νοσοκομείο. Περίμεναν ώρες μέχρι να βγει ο γιατρός και να τους πει τα νέα.
– Έχει καρκίνο στον πνεύμονα. Άκουσαν τον γιατρό να λέει. Η μητέρα τους ξέσπασε σε δάκρυα, ο πατέρας τους δεν μπορούσε να το πιστέψει, ο Γιώργος έμεινε σιωπηλός και ο Γιάννης δεν είχε καταλάβει τι είχε συμβεί και ρωτούσε πότε θα έρθει η Μάρθα. Όσο για την Ματίνα, θυμήθηκε ότι η θεία τους η Λώρα, η αγαπημένη θεία τους, αδελφή της μητέρας τους, πέθανε πριν μερικά χρόνια από καρκίνο στον πνεύμονα. Με τη σκέψη αυτή τρομοκρατήθηκε!
– Μην ανησυχήτε. Είναι πρώτου βαθμού και με ένα χειρουργείο μπορούμε να τον απομακρύνουμε. Συνέχισε ο γιατρός. Μάλλον οφείλετε στο κάπνισμα. Είστε πολύ τυχεροί διότι συνήθως δεν εμφανίζονται συμπτώματα σε πρώτο βαθμό καρκίνου. Ο γιατρός ανακοίνωσε επίσης ότι το χειρουργείο θα γινόταν εκείνη τη στιγμή. Περίμεναν γύρω στη μια ώρα μέχρι να βγει ο γιατρός και να τους πει ότι όλα ήταν καλά και ότι η κοπέλα δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο. Αφού συνήλθε από τη νάρκη, η Μάρθα εξήγησε τα πάντα στους γονείς της. Πως με το διαζύγιο έπεσε σε κατάθλιψη, πως με το τσιγάρο ξεχνιόταν και πως κατέληξε από ένα τσιγάρο στα τρία πακετάκια την ημέρα.
Αυτά όλα έγιναν πριν από 20 χρόνια πάνω κάτω. Τώρα η Μάρθα έχει 2 μικρά παιδία και έναν σύζυγο, η Ματίνα είναι παντρεμένη, ο Γιώργος έχει ένα παιδί και μια υπέροχη σύζυγο και ο Γιαννάκης σπουδάζει ιατρική. Υπάρχουν πολλές φορές που η Ματίνα πιάνει τον εαυτό της να σκέφτεται: τι θα είχε γίνει αν δεν έπαιρναν διαζύγιο οι γονείς της; Αν δεν κάπνιζε η Ματίνα; Αν δεν είχαν μετακομίσει; Αν δεν……